τίμιος


τίμιος
3 дорогой

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "τίμιος" в других словарях:

  • τίμιος — valued masc nom sg τίμιος valued masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τίμιος — α, ο / τίμιος, ία, ον, ΝΜΑ θηλ. και ος, Α [τιμή] (για πρόσ.) ο άξιος τιμής και σεβασμού, αξιότιμος νεοελλ. 1. (για πρόσ.) αυτός που έχει συναίσθηση τής ατομικής αξιοπρέπειας και τηρεί τους κανόνες τής ηθικής, έντιμος, ηθικός 2. αυτός που εκτελεί… …   Dictionary of Greek

  • τίμιος — α, ο επίρρ. α 1. ο άξιος τιμής, ο τιμημένος: Τίμια δουλειά κάνει ο δάσκαλος. 2. έντιμος, ευσυνείδητος, ηθικός: Τίμιος δικαστής. 3. ιερός, άγιος: Τίμιος Σταυρός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τίμιος — [тимиос] εκ. честный, порядочный, почтенный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • τιμιώτερον — τίμιος valued adverbial comp τίμιος valued masc acc comp sg τίμιος valued neut nom/voc/acc comp sg τίμιος valued masc acc comp sg τίμιος valued neut nom/voc/acc comp sg τίμιος valued adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμιωτάτω — τίμιος valued masc/neut nom/voc/acc superl dual τίμιος valued masc/neut gen superl sg (doric aeolic) τίμιος valued masc/neut nom/voc/acc superl dual τίμιος valued masc/neut gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμιωτάτων — τίμιος valued fem gen superl pl τίμιος valued masc/neut gen superl pl τίμιος valued fem gen superl pl τίμιος valued masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμιωτέραις — τίμιος valued fem dat comp pl τιμιωτέρᾱͅς , τίμιος valued fem dat comp pl (attic) τίμιος valued fem dat comp pl τιμιωτέρᾱͅς , τίμιος valued fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμιωτέρω — τίμιος valued masc/neut nom/voc/acc comp dual τίμιος valued masc/neut gen comp sg (doric aeolic) τίμιος valued masc/neut nom/voc/acc comp dual τίμιος valued masc/neut gen comp sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμιωτέρων — τίμιος valued fem gen comp pl τίμιος valued masc/neut gen comp pl τίμιος valued fem gen comp pl τίμιος valued masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμιώτατα — τίμιος valued adverbial superl τίμιος valued neut nom/voc/acc superl pl τίμιος valued adverbial superl τίμιος valued neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)